Τους βλέπεις, σωριασμένους στα πεζοδρόμια, άπλυτους κι ανήμπορους και τους προσπερνάς. Καμιά φορά μασουλάνε με τα ούλα, γιατί δόντια δεν έχουν, λίγο ψωμί η ένα μήλο. Άλλοι εκλιπαρούν για λίγα λεπτά, αλλά είναι βυθισμένοι στη σιωπή.Έπειτα, οι άλλοι, αυτοί που είναι έγκλειστοι. Σεργιανάνε πάνω κάτω στην αυλή, συνέχεια, με βλέμμα άδειο, καμιά φορά παραμιλάνε. Μερικοί απ´ αυτούς δεν έχουν κανέναν στον κόσμο, άλλους τους έχουν παρατήσει εκεί οι συγγενείς, σε κάποια ψυχιατρεία ή κλινικές. Φτάνουν κοντά...










