Καλώς ήρθατε

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tsaousa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tsaousa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κοιλιακοί, γιορτή και σχόλη

Οι γιορτές πέρασαν, ξελυσσάξαμε επιτέλους από την προσμονή τους και τις προετοιμασίες.

Από δω και πέρα όλοι, ζευγάρια, μπακούρια, ομοσέξουαλ, μπαϊσέξουαλ, μέχρι την Τσικνοπέμπτη θα σερνόμαστε στο σπίτι με τις πιτζάμες, θα αποκοιμιόμαστε στον καναπέ, στην καρέκλα, στο χέσιμο, γενικότερα όπου ξαποσταίνει ο κώλος μας.

Δεν θα μιλάει κανείς, θα πέφτει κάτω τρίχα και θα κάνει θόρυβο, ενώ στη μούρη θα υπάρχει αναρτημένο πανό «κωλοζωή, γ@μι@ζωή, δουλειά και πάλι, και γ@μ@σι".

Ως την Κυριακή θα φαγωθεί ό,τι απέμεινε στο ψυγείο απ΄τις γιορτές, θα ρουφηχτούν τα τελευταία κρασόμπυρα, και ο Ελληνάρας θα αναρωτηθεί όπως πάντα «τι πήραμε τόσα πράγματα, αμάν η πλεονεξία μας».

Αν είναι παντρεμένος θα τα ρίξει στη γυναίκα του, που ούτε στην οικονομική κρίση δεν κωλώνει, αυτή θα σκεφτεί «καλά κάνω και δε σου κάθομαι ρε κλ@π@ρχίδ@ με τις μ@λ@κίες που λες μια ζωή», και θα χώσει σφαλιάρα στο παιδί επειδή είναι του κλ@π@ρχίδ@, την ώρα που τρώει ανέμελο τον εκατοστό δεύτερο κουραμπιέ.

Μετά θα συρθούν μέχρι την... τηλεόραση και θα παραμείνουν μουγκοί όλο το βράδυ όπως και κάθε βράδυ, ως την Τσικνοπέμπτη.
Σε περίπτωση που τα βλέμματα τους συναντηθούν, μπορεί και να πλακωθούν στις μάπες.
Ξεχασμένα και Χριστούγεννα, και ευχές, και όλα.

Τι ήτανε οι γιορτές; τίποτα δεν ήτανε. Αυτός είναι ο άνθρωπος. Μ@λ@κ@ς. Σιχαίνεται τη ζωή του που τη ζει έτσι και όχι αλλιώς, ή αλλιώς και όχι έτσι.

Ο άνεργος βρίζει που δεν έχει δουλειά, και ο εργαζόμενος που δουλεύει. Ο παντρεμένος σιχτιρίζει την κ@ρι@λ@ που φορτώθηκε, ενώ ο εργένης χώριζε άνετα την κ@ρι@λ@ από τον άντρα της να την πάρει αυτός. Που θα ξεφορτωθεί το ίδιο άνετα την κ@ρι@λ@ κάποια στιγμή, να την πάρει κάποιος άλλος που γουστάρει άνετα την κ@ρι@λ@.

Όλα τελειώνουν γρήγορα στη ζωή, σαν τις γιορτές.
Από Δευτέρα λοιπόν που θα γυρίσουμε όλοι κανονικά στις δουλειές μας, η «καλημέρα» θα σημαίνει «ζεις ακόμα ρε καθίκι;» και οι πρώτες ώρες θα κυλήσουν αργά και βασανιστικά.

Μόνο από το μεσημέρι και μετά θα αρχίσουμε λίγο-λίγο να ξανασυνηθίζουμε ο ένας την παρουσία του άλλου, οπότε χαλαρά πριν το σχόλασμα θα πέσουν και οι πρώτες ιδέες για τις εξορμήσεις εκτός Αθηνών, το Πάσχα.

Όπως ακριβώς γίνεται όταν βρίσκεσαι ένα βήμα πριν την ψυχολογική αυτοκτονία.
Σου κάθεται ξαφνικά μια ωραία γκόμενα, ένας γκόμενος, μια προαγωγή, μια αύξηση, μια μετακόμιση, και αρχίζεις πάλι να τραβάς καρότσι, μέχρι το τέλος της επόμενης γιορτής.

Ως την Τσικνοπέμπτη η ελπίδα πάει στο ρελαντί, αλλά σπιντάρει τη Σαρακοστή μέχρι το Πάσχα. Το Πάσχα επαναλαμβάνονται τα ίδια σκηνικά, να τα αρνιά, να οι χιλιάδες μπύρες, να οι ευχές, να οι εκδρομές, να τα κόκκινα αυγά που δεν τελειώνουν και "μωρή μ@λ@κω τι τα πήρες τόσα αυγά, θα χρωστάμε και στις κότες" να και η επιστροφή στη δουλειά με τα μούτρα να κάνουν παρκέ στο πάτωμα, να και η ελπίδα κατά το μεσημέρι με ιδέες για τις καλοκαιρινές διακοπές.

Κι άντε πάλι το καρότσι.
Πού θα πάμε φέτος, πότε θα πάρουμε άδεια, «αμάν ρε π...... δεν περνάει ο καιρός», «χόντρυνα ο μ@λ@κ@ς και τα βυζιά μου θα σέρνονται στην άμμο», "πώς θα βάλω μπικίνι που δεν μου πάει ούτε το ολόσωμο" και να τα γυμναστήρια, να οι δίαιτες, οι πρώτες αγορές σε σορτσάκια και μαγιό, καινούργια γυαλιά ηλίου, κρέμες αυτομαυρίσματος, κρέμες κατά της κυτταρίτιδας, καμιά ρακέτα, καμιά πετσέτα, ψάξιμο στο Internet για τελική επιλογή προορισμού, και τελικά κλείσιμο δωματίου αφού ενημερώσει πρώτα η γκόμενα/γυναίκα/κ@ρι@λ@/οτιδήποτε, πότε περιμένει περίοδο και τη σπάσει στον μ@λ@κ@ της, γιατί του πάει τις διακοπές μια βδομάδα πίσω.

Ώσπου ένα ωραίο πρωί θα μας βρει όλους μαζί ο μπάτης στο καράβι, ζευγάρια, μπακούρια, ομοσέξουαλ, μπαϊσέξουαλ, να σερβιριζόμαστε στο κυλικείο με τη μ@λ@κί@ της χαρούμενης προσμονής στο μάτι, ότι σε λίγες ώρες θα χέζουμε σε νησί.
ΥΓ.
Εγώ θα πάω διακοπές Ανάφη.
από την tsaousa

Η επανάσταση θέλει ζεστά ρούχα

Δε λέει.
Οι οδομαχίες με παχαίνουν.

Πήρα δυο κιλά από την ημέρα που άρχισε να τιμάται η μνήμη του δολοφονημένου Αλέξανδρου.

Από το Σάββατο τρώω πατατάκια μπροστά στον υπολογιστή και διαβάζω στα blogs για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα, σε μια χώρα, που δεν χωράει καμία απάντηση.

Και να οι φωτογραφίες, και να τα ξερολούκουμα.
Χόρτασε το μάτι μου αντιεξουσιαστή.
Χάθηκε η σκέψη μου στο είναι τους.

Προσπαθούσα να τους φανταστώ μερικά κλικ πριν τραβηχτούν οι φωτογραφίες.
Την ώρα που ξύπναγαν το πρωί για να πάρουν τους δρόμους.
Έβαζαν ξυπνητήρι άραγε, ή το είχαν έννοια και σηκώνονταν μονάχοι τους;
Ή μήπως τους ξύπναγε η μάνα τους;

Σκέφτηκα ότι οι περισσότεροι έβαλαν το ξυπνητήρι του κινητού τους.
Όλοι μας, αντιεξουσιαστές και μη, με το κινητό ξυπνάμε πια.

Προσπάθησα να δω τον ήρωα μου ξεκάθαρα.
Τον Σταύρο ας πούμε.

Σηκώθηκε 9 παρά, με... το κεφάλι κουδούνι.

Την πουτάνα την Αλβανόφουντα, θα έπρεπε να την πουλάνε με ένα κουτί ασπιρίνες δώρο.

Σύρθηκε με τις παντόφλες μέχρι το μπάνιο, και έριξε λίγο νερό στα μούτρα του.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
"Να πλύνω δόντια;" αναρωτήθηκε.

Αποφάσισε να μην τα πλύνει, μια και δεν θα χρειαζόταν να γελάσει εκεί που πήγαινε.
Έφτιαξε με τα χέρια τα μαλλιά και γύρισε στο υπνοδωμάτιο του.

Άρχισε να ντύνεται.
Τζινάκι μαύρο, στενό, φανελάκι μαύρο...και ξαφνικά:

-"...Ρε μάνα, η μαύρη μπλούζα με την κουκούλα πού είναι;;;"
-"Στη βεράντα, πλυμένη αγόρι μου!".
-"Γιατί την έπλυνες γαμώ το μ@@@ί μου μέσα;!!"
-"Βρώμαγε παιδάκι μου, τι να κάνω; Βάλε το κόκκινο πουλόβερ".
-"Άσε τις μαλακίες και φέρε να τη στεγνώσουμε!"

Στεγνώνει εύκολα το φούτερ; Δεν στεγνώνει.
Τρία τέταρτα τη γυρνούσε τη μπλούζα σαν τηγανίτα, πάνω στο καλοριφέρ ο Σταύρος.
Τελικά τη φόρεσε μισοβρεγμένη κι έφυγε.

Τα παιδιά βρίσκονταν ήδη στο σημείο συνάντησης.
Όλα με βρεγμένο φούτερ.

Μα τι μαλακία αυτές οι μανάδες να βάζουν κάθε Παρασκευή μπουγάδα!

Ξεκίνησαν να βρουν και τους υπόλοιπους.
Στον δρόμο έκανε παγωνιά.

-"Το΄χω δαγκώσει απ΄το κρύο ρε π@#$#η" λέει σε μια στιγμή ο Σταύρος στον διπλανό του.
-"Κι εγώ ρε μαλάκα, τι θα κάνουμε;".
-"Υπομονή, θα μας ζεστάνουν τα μπατσόνια" απαντάει ένας πιο δίπλα, αλλά δεν τον κατάλαβαν γιατί χτυπούσανε τα δόντια του, κι ακούστηκε "Μ@#$ί τα χιόνια".

Δεν είχε δίκιο όμως.
Οι μπάτσοι δεν έκαναν τίποτα για να τους ζεστάνουν.
Τα παιδιά που ήταν εκεί, είχαν ανάψει φωτιές σε κάδους και στεγνώνανε από μόνα τους.

Ο Σταύρος πλησίασε με την παρέα του έναν ωραίο κάδο.
Άπλωσαν τα χέρια και η θαλπωρή της φωτιάς τους αγκάλιασε αμέσως.
Τι γλύκα!
Ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του.
Συγκινήθηκε.

"Γαμώ τα καλοριφέρ σας, βολεμένα ανθρωπάκια, μικροαστικά σκουλήκια, η επανάσταση είναι δική μας!" σκέφτηκε, κι ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει.

Ένας πιο πέρα, έψηνε καλαμπόκια.

Ο Σταύρος μοιράστηκε μισό με τον κολλητό του.
-"Νόστιμο ρε μαλάκα, ε;"
-"Είναι το όραμα που το κάνει νόστιμο, γαμώ τα κοκκινιστά τους και τα κοτόπουλα στον φούρνο".
-"Εμένα η μάνα μου κάνει ωραίο γιουβέτσι".
-"Η δικιά μου του βάζει πολλή ντομάτα".
-"Έτσι της μάθανε τα αφεντικά της, έτσι κάνει".
-"Την υπεραξία της ντομάτας την καρπώνεται το γιουβέτσι, όπως το κεφάλαιο καρπώνεται την υπεραξία του εργάτη".
-"Ρε μαλάκα, πείνασα, δεν πάμε να φύγουμε;"
-"Πάμε, αλλά δεν θυμάμαι γιατί ήρθαμε".

Ο Σταύρος κι ο κολλητός, προσπάθησαν να σπάσουν το μέτωπο των μπάτσων, προκειμένου να βρουν ταξί.
Δυσκολεύτηκαν.
Ένα γομάρι χωρίς διακριτικά, τους βούτηξε από την κουκούλα κι άρχισε να τους βαράει.

Ο Σταύρος έπεσε κάτω μισολιπόθυμος κοιτώντας τον μουντό ουρανό, με το στόμα ορθάνοιχτο.
Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του σαν σφαίρα:
"Έπρεπε να τα πλύνω το πρωί τα δόντια μου ο μαλάκας! ".

ΥΓ.
Η επανάσταση πάλι δεν πέτυχε.
Αλλά ο μπάτσος τέλος του μηνός θα πληρωθεί.
από itsaousa

Merry Κρίμας

Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, αν το πήρατε χαμπάρι μέσα σ΄αυτή την υπαρξιακή μαστούρα που μας κρατάει ζωντανούς.
Έρχονται οι δεκαπέντε μέρες της ιλουστρασιόν ανίας, και της φωταγωγημένης θλίψης.
Καταφτάνουν οι κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα, και το ψητό της μαμάς.
Εδώ χαιρόμαστε.

Μας αρέσουν τα Χριστούγεννα.
Η επανάληψη είναι βασική αρχή της μάθησης, και οι γιορτές ίδιες κι απαράλλαχτες από τότε που βγήκαμε από τη μάνα μας, μας εκπαίδευσαν τόσο καλά, που είμαστε συνεπέστεροι στην προσμονή τους κι από αυτά ακόμα τα γκυ, που ήδη φυτρώσανε στα δάση.

Εντάξει, οι Κινέζοι είναι πιο έτοιμοι απ΄τον Ιούνιο, αλλά το εμπόριο είναι άλλο πράγμα.

Εμείς ως καταναλωτές κι όχι ως έμποροι, είμαστε καλυτερότεροι.
Το ζούμε αλλιώς το εορταστικό.
Άλλωστε, τα σάβανα δεν έχουν τσέπες, αλλά και να είχαν, ποιος μαλάκας θυμάται να πάρει λεφτά μαζί του όταν πεθαίνει;

Ωραία τα Χριστούγεννα, το ξαναλέω γιατί κοντεύω να το πιστέψω.

Πώς θα τα περάσω άραγε φέτος; Ολόιδια, ή μια ίντσα αλλιώτικα;

Μόλις μου ήρθαν στο μυαλό τα περσινά.
Έβγαλε κάλους η γλώσσα μου απ΄τις ευχές, οι οποίες, προσοχή, επιστρέφονται όλες πίσω, που σημαίνει πως καλιάσαν και τα αυτιά μου.
Τι θέλω και τ΄ ανοίγω το ρημάδι;

Έκανα σχέδια για ρεβεγιόν, άσχετα που δεν πέτυχε κανένα, σε κάτι συναδέλφους καταλήξαμε, πιο ψόφιοι κι από μας που είχαμε βρωμίσει κιόλας.
Ανταλλάξαμε κάτι δώρα που ντρεπόντουσαν να βγουν απ΄το κουτί τους, μασαμπουκώσαμε μέχρι και τα τραπεζομάντιλα, ήπιαμε ως και το φρέον του ψυγείου, και καταλήξαμε τύφλα τα χαράματα σε κάποιο μπαρ, από το οποίο στο τέλος έφυγε ο καθένας μόνος του.
Δεν θυμόμασταν ποιος είναι ο διπλανός μας.

Ανήμερα των Χριστουγέννων, όσοι γυμνάζονται προσκύνησαν μπουζούκια, ενώ οι υπόλοιποι, οι λαπάδες, ψοφοσαπίσανε στην τηλεόραση και τα dvd.

Εγώ που ζω με έναν βροντόσαυρο τα τελευταία χρόνια, τον απόλαυσα στον καναπέ όλη μέρα, να παίζει άρπα στα νεύρα μου, τη μαλακία όλου του κόσμου.
Και να σκεφτεί κανείς πως κάποτε, ήταν ελαφάκι.

Είδαμε 3 βλακοταινίες, πλακωθήκαμε στο μπινελίκι για το ποιος θα πάει για τσιγάρα, έψησα μια γαλοπούλα που είχε θερμόμετρο στον κώλο αλλά δεν το βρήκαμε ποτέ, και έβαλα 2 πλυντήρια πιάτων, ένα για τη λάντζα, κι ένα για την παλιοζωή.
Τι δουλειά είχα κλεισμένη σε ένα σπίτι παρέα με τον βροντόσαυρο;
Και γιατί φέτος δεν πήγε για κυνήγι, παρά ψάχνει το κοπάδι που θα κάνουμε παρέα ρεβεγιόν;

Να γαμήσω μέσα, έχω επιθυμήσει τα Χριστούγεννα που έμενα με τη μάνα μου.
Έχω επιθυμήσει να κάνω την καβλάντα μου και μόνο την καβλάντα μου.

Γενικά είμαι άνθρωπος της καβλάντας, αλλά άργησα να το καταλάβω.
Εκτός κι αν είμαστε όλοι τα ίδια σκατά.

Όταν κάνεις ό,τι γουστάρεις, αναζητάς να σκλαβωθείς με έναν βροντόσαυρο, και όταν είσαι με τον βροντόσαυρο, αναζητάς την ελευθερία σου να τρέχεις στα οροπέδια ολομόναχος σαν λάμα, ή μπάμια, ή οτιδήποτε τέλος πάντων.

Και τώρα τι;

Περιμένω τα Χριστούγεννα για μια από τα ίδια; Αδύνατον.

Βαριέμαι, δεν αντέχω αυτή τη ζαχαρένια έως κολλώδη ατμόσφαιρα, για άλλη μια χρονιά.
Δεν θέλω άλλες ευχές, έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν πιάνουνε.

Αυτή η μάνα, όταν μας έβγαζε από μέσα της, δεν είχε ούτε ένα πλάνο;
Πώς μας πετάς κυρά μου έτσι στον κόσμο;
Τα Χριστούγεννα τα σκέφτηκες καθόλου;
Χέστο το Πάσχα, κρατάει λίγο, πες εντάξει.

Έτσι μου 'ρχεται να απλώσω άμμο θαλάσσης στο σπίτι, να σκορπίσω κουβαδάκια και βατραχοπέδιλα τριγύρω, να βάλω μαγιό, και να το παίξω Αύγουστο.
Ας βάλει αν θέλει ο βροντόσαυρος παλτό.
Χέστηκα, αφού κι εκείνος δεν με βλέπει για ελαφάκι.

Όχι ότι μου λείπει ο Αύγουστος και το καλοκαίρι, αλλά μου τη δίνει η ατμόσφαιρα.
Για να γίνω σαφής, μου αρέσει το λαμπάκι κι η γιρλάντα, αλλά δεν με πιάνουν.

Το λαμπάκι δεν σε φτιάχνει αν δεν ντοπαριστείς πρώτα. Ή θα πέσεις στη χημεία, ή στον έρωτα. Εναλλακτικά, αν έχεις παιδί, θα πέσεις στην πρέζα του, δηλαδή τη χαρά του, με όλο αυτό το τζέρτζελο.

Αν μεταλλάχτηκες σε γαϊδούρα όπως εγώ, κι έχεις στενές σχέσεις με βροντόσαυρο, το λαμπάκι δεν σε φτιάχνει χωρίς τις προϋποθέσεις που ανέφερα.

Έρωτας μεταξύ βροντόσαυρου και γαϊδούρας δεν υφίσταται, θα κάνεις παιδί και θα βγει τέρας. Αν δεν κάνετε παιδί όσο είστε ακόμη ελαφάκια, μετά είναι αργά.

Άρα, μένει μόνο η χημεία, και δεν εννοώ φυσικά τα drugs, αλλά τη ζύμωση που παράγει αλκοόλ. Πόσο αλκοόλ να πιεις όμως, όταν ο κώλος σου κι ο κώλος του, θα ρίξουν θεμέλια στον καναπέ τόσες ημέρες; Θα μου πεις, και γιατί να ρίξουν θεμέλια στον καναπέ; Ας βγουν έξω. Κι έξω να βγουν, ο κώλος καρφωμένος στον καναπέ θα μείνει. Με την έννοια, ότι θα είναι σαν να μη βγήκαν. Βόδια πάνε, βόδια έρχονται.

Δυο ελαφάκια που μεταλλάχτηκαν σε γαϊδούρα και βροντόσαυρο, και ενίοτε επιδεικνύουν συμπεριφορά βοδιών.

Γαμώτο, θα ήθελα πολύ να βλέπω τον βροντόσαυρο ακόμη ως ελάφι, όπως προσπαθούν και τελικά πετυχαίνουν, πολλές άλλες γαϊδούρες.

Δεν γίνεται όμως. Πάντα τα ελάφια μου τα βλέπω βροντόσαυρους όταν μεταλλάσσονται.

Δεν μπορώ το παραμύθι, ούτε αυτές τις μέρες.
Ειδικά αυτές τις μέρες.
Όχι άλλα ελαφάκια με τα σπίρτα!

ΥΓ.
Μη διαβάσετε αυτή την ανάρτηση, μπορεί να σας ρίξει.
από tsaousa

Τα stage της ζωής μας


Αγαπητή Tsaousa

Mε λένε Σοφία και είμαι παντρεμένη με τον Νίκο 5 χρόνια.
Εδώ και καιρό, ο γάμος μας άρχισε να βάζει νερά σαν υπόγειο ψιλικατζίδικο.
Θα μου πεις, όχι που δεν θα΄βαζε, αλλά λέμε τώρα.

Καμιά φορά οι γάμοι πετυχαίνουν, κι έλεγα μήπως μου τύχαινε το λαχείο.
Τελικά μου΄τυχε ο λήγοντας, γιατί αυτό είναι ο μέσος άντρας που παντρεύεται η μέση γυναίκα: ο λήγοντας.

Ο λήγοντας ο δικός μου, εκτός που ικανοποιείται να δουλεύει σαν σκλάβος, έχει και κόλλημα με το ποδόσφαιρο.

Ένα πρόχειρο παράδειγμα: έχουμε φίλους στο σπίτι για φαγητό, αυτός όμως ξεχνιέται στη δουλειά κι έρχεται λίγο πριν φύγουν. Τους φοράει τα παλτά και πάει για ύπνο.

Άλλο: παίρνω εισιτήρια για συναυλία αλλά τη βλέπω μόνη μου στην είσοδο, γιατί περίμενα κι εκείνος ξέχασε να έρθει.

Όταν όμως έχει ποδόσφαιρο στην τηλεόραση δεν το ξεχνάει ποτέ, και γυρίζει σπίτι από νωρίς με μια αγκαλιά σουβλάκια και εικοσιπέντε μπύρες.

Επειδή δούλευα στα Stage και απολύθηκα, δεν με παίρνει να τον χωρίσω.
Εκτός αν μας πάρουν πίσω, αλλά και πάλι.
Μόνο αυτό το πρόβλημα έχουμε, η υπόλοιπη σχέση μας δουλεύει ρολόι.

Έτσι νόμιζα δηλαδή.
Μέχρι που έκανα τη μοντερνιά να κλείσω ραντεβού σε σύμβουλο γάμου.

Τι τον ήθελα τον σύμβουλο, ο Έλληνας δεν είναι για τέτοια, τα ζευγάρια εδώ συνεννοούνται μια χαρά με τα μπινελίκια για το ποιος θα κατεβάσει τα σκουπίδια, και με τη μούγκα στα σοβαρά θέματα.
Απέχουμε πολύ από τον πολιτισμό, και για να εξελιχθούμε ως άνθρωποι, θέλουμε μια αιωνιότητα και μια μέρα.

Μην κοιτάς που γεμίζει το Μέγαρο και τα γραφεία των ψυχολόγων.
Εδώ δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι γίνεται μέσα μας, και θα καταλάβουμε την τέχνη ή την ψυχανάλυση;

Έκλεισα λοιπόν το ραντεβού με τον σύμβουλο γάμου, αλλά ο Νίκος μόλις του το είπα τσίνησε.
Προφανώς είναι χειρότερος από Έλληνας, αφού δεν ήθελε να πάμε ούτε για την ψευδαίσθηση του "ανήκουμε στη Δύση".

Φώναζε:
-Σοβαρολογείς; Να πάμε σε σύμβουλο γάμου για ένα ματς;
-Τριάντα ματς τον χρόνο, επί πέντε χρόνια που είμαστε μαζί, μας κάνουν 150 ματς. Επί 90 λεπτά το καθένα, μας κάνουν 13.500 λεπτά, δια 60, μας κάνουν 225 ώρες. Γι αυτές τις 225 χαμένες ώρες θα πάμε.
-Τις άλλες χιλιάδες ώρες που περάσαμε μαζί, τις ξεχνάς;
-Ποιες; Άμα αθροίσουμε τις ώρες που δουλεύεις, τις ώρες που παίζεις μπάσκετ και τις ώρες που κοιμάσαι, είμαστε μείον. Πέντε χρόνια παντρεμένοι, δεν έχουμε ζήσει ποτέ μαζί.
-Και πρέπει να δώσουμε στον σύμβουλο 100 Ευρώ, για να μου πει να μη βλέπω ματς, και να ασχολούμαι με κάτι πιο δημιουργικό μαζί σου; Δεν πάω πουθενά, αυτό το ξέρω και μόνος μου.
-Αφού το ξέρεις γιατί δεν το κάνεις;
-Τι δημιουργικό να κάνω μαζί σου ρε Σοφία; Γλυπτική, ή ντουέτο για βιολί και πιάνο; Το μόνο δημιουργικό που μπορούμε να κάνουμε μαζί, είναι να πλύνεις εσύ τα παϊδάκια κι εγώ να τα ψήσω.

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, γαμώ τα stage μου, γαμώ.

-Τόσο ρηχός είσαι λοιπόν;
-Κι η Λούτσα ρηχή είναι, αλλά είδες τι κόσμο μαζεύει.
-Θεέ μου, 5 χρόνια κάνω τα μπάνια μου στη Λούτσα!

Επειδή ως γνήσια μικροαστή σιχαίνομαι τη Λούτσα και τον Μπίθουλα, την επόμενη νταν επτά, ήμασταν στον σύμβουλο.
Μας άρχισε τις ερωτήσεις με το καλησπέρα σας:

-Nίκο για πες μου, αν η Σοφία έφευγε ένα μεγάλο ταξίδι, τι θα ένιωθες;
-Τι θα έκανα θα σας πω. Θα έβαζα ένα τεράστιο video wall και θα έβλεπα ποδόσφαιρο μέρα-νύχτα.
-Τον ακούτε; Συναισθηματικά ψόφιος.

Ο σύμβουλος ψυχρός σαν πύθωνας, συνέχισε τις ερωτήσεις.


-Εσύ Σοφία, αν ο Νίκος έφευγε ένα μεγάλο ταξίδι, τι θα ένιωθες;
-Σιγά μη τον άφηνα να πάει ταξίδι μόνος του.
-Την ακούτε; Τσιμπούρι!

Βγήκα από το κολλάν μου.

-Έτσι ερμηνεύεις την ανάγκη μου να είμαστε μαζί;;

Ο Νίκος δεν απάντησε, και ο πύθωνας συνέχισε:

-Σοφία είσαι ερωτευμένη με τον Νίκο;
-Ε;...Είμαι.
-Εσύ Νίκο;
-Κι εγώ...κι εγώ είμαι ερωτευμένος μαζί της.


Ο πύθωνας πήρε φόρα:

-Τι σας κάνει να το πιστεύετε αυτό;
-Αν κοιτάξει άλλη γυναίκα θέλω να του βγάλω τα μάτια.
-Όταν ξετινάζει την πιστωτική, δεν της λέω τίποτα.

Εκεί ο πύθωνας μας δάγκωσε:

-Κι αυτό εσείς το λέτε έρωτα;

Εγώ κι ο Νίκος ξαφνικά, άκρα του τάφου στοργή.
Ο πύθωνας του πολιτισμού συνέχισε χωρίς ανάσα:

-Τώρα θέλω να μου πείτε κάτι άλλο. Σεξουαλικά πως πάτε;
-...Σοφία θα πεις εσύ, ή να πω εγώ;
-Πες εσύ, γιατί εγώ δεν βρίσκω λόγια.

Παίρνει ένα ύφος σαν να τον κόβει στο δεξί του ο καβάλος, και απαντάει:

-Σεξουαλικά είμαστε και ναι και όχι. Πότε μου λέει ναι, πότε της λέω όχι.
-Βοηθήματα χρησιμοποιείτε;
-Τι να τα κάνουμε τα βοηθήματα; Λίγος της πέφτω;
-Δεν ξέρω, η Σοφία θα μας το πει αυτό. Σοφία, σε ικανοποιεί απόλυτα ο Νίκος;

Τι να πω γαμώ τα stage μου γαμώ; Δεν περίμενα ότι μια συζήτηση για το ποδόσφαιρο θα κατέληγε εκεί.

-Όταν λέτε με ικανοποιεί;…
-Για να απαντάς έτσι, μάλλον δεν σε ικανοποιεί.
-Κοιτάξτε, όχι, με ικανοποιεί.

Ο πύθωνας επέμενε:

-Σοφία πρόσεχε, αν εδώ που ήρθατε δεν πείτε την αλήθεια, δε θα μπορέσω να σας βοηθήσω.
-Τότε, δεν με ικανοποιεί.

Ο Νίκος έγινε Τούρκος, δηλαδή Μουσταφάς.

-Ώστε δεν σε ικανοποιώ!

Ο πύθωνας συνέχισε να σφίγγει:

-Πες μου εσύ τώρα Μουσταφά, η Σοφία σεξουαλικά, πληροί τις προσδοκίες σου;
-Ένα σας λέω: το αεροπλάνο Αθήνα-Θεσσαλονίκη, κάνει πιο πολλές στάσεις.

Σηκώθηκα έξαλλη και τον βούτηξα από τον γιακά.

-Γαμώ τα stage μου γαμώ, με πηδάς κάθε δυο μήνες και μιλάς;
-Ναι μωρή, κάθε δυο μήνες, γιατί είσαι κρύα σαν ψυγείο!
-Εγώ είμαι κρύα ρε κόκορα, που σε ένα λεπτό έχεις τελειώσει κι ανάβεις τσιγάρο;
-Ανάβω τσιγάρο για να ζεσταθώ!
-T ι ι ι ι ι ι !!!

Του πέταξα ένα αγαλματάκι του Φρόιντ στο κεφάλι, αλλά πρόλαβε και τραβήχτηκε.
Δεν είμαι σίγουρη, γιατί πήρα την τσάντα μου κι έφυγα.
Τη νύχτα έμεινα στη μάνα μου, και από το σπίτι της σου γράφω.
Είμαι σοκαρισμένη.
Stage η δουλειά, stage και ο γάμος;
Τι γίνεται, γαμώ τα stage μου, γαμώ;
Και γιατί θέλω να γυρίσω πίσω και στα δύο;
Στο ένα πήδημα το δίμηνο για πλήρη απασχόληση, και στα 500 Ευρώ το μήνα χωρίς ένσημα;
Θέλω τα φώτα σου Tsaousa.
Αν ήμουνα Γαλλίδα τι θα έκανα;

Φιλικά,
Σοφία

Απάντηση: Αν ήσουνα Γαλλίδα θα είχες ξεμπερδέψει κι απ΄τα δύο, σε ένα χρόνο.
Αλλά επειδή είσαι Ελληνίδα, κάνεις τη μιζέρια επιθυμία.
Μη νομίζεις, κι εγώ τα ίδια σκατά είμαι.
από tsaousa
Related Posts with Thumbnails