
Καλώς ήρθατε
Η υποκρισία της «Ανάστασης»
«Όσο υπάρχουν άνθρωποι που αδικούνται και βασανίζονται ο Χριστός ξανασταυρώνεται».
Έτσι έγραφε μια αφίσα που με σπουδή κνίτη ξεκολλούσαν οι θρησκευόμενοι της γειτονιάς μου, οι οποίοι, προφανώς, πιστεύουν ότι η ανάσταση του Κυρίου έγινε για να ανταλλάσουμε ψοφοδεείς ευχές και να βαρυστομαχιάζουμε κάθε άνοιξη.Ας είμαστε έντιμοι ετούτες τις ημέρες. Μια αργία κοντά στις άλλες είναι και το παραθεωρημένο Πάσχα μας, αφού οι περισσότεροι είμαστε αμέτοχοι στο αναστάσιμο, στο χαροποιόν πένθος του. Επετειακά λιβανισμένοι κι ανυποψίαστα δυστυχισμένοι, ξοδεύουμε αστόχαστα τις ανάλατες ημέρες μας με έγνοιες του συρμού και του διασυρμού, παντελώς άσχετες με τον εθελούσιο θάνατο του Θεού.
Σε αντίθεση όμως μ’ εμάς που... πανηγυρίζουμε με κροτίδες τους μικρούς καθημερινούς θανάτους μας, θυμάμαι την ολιγογράμματη γιαγιά μου, άνθρωπο απονήρευτο, που νήστευε όλη την Σαρακοστή. Νηστεία αληθινή. Όχι faux. Ελιά και παξιμάδι. Έπιανε το στασίδι της στην εκκλησιά, στόλιζε τον επιτάφιο με λουλούδια από τον μικρό της κήπο κι έκλαιγε τον Εσταυρωμένο, τον «πρωτότοκο των νεκρών», με μια ειλικρινή, ολόκαρδη και διόλου γλυκανάλατη θλίψη. Μια θλίψη που την επλάτυνε τόσο όσο η ανυπόκριτος συντριβή της να χωράει όλη την απελπισία του κόσμου. Με όλες τις σκοτούρες που είχε η χαροκαμένη ζωή της, βλαστήμια δεν την άκουσα ποτέ να ξεστομίζει. «Έχει ο Θεός», έλεγε. Κι είχε –τουλάχιστον για όποιον, σαν εκείνη, καταδεχόταν τα πλούτη της εντίμου πενίας του.
Πολύ φοβούμαι πως σήμερα αυτά που «έχει ο Θεός» δεν τα θέλουμε. Προτιμούμε το σφαχτό από το σφάγιο! Όσο για την «Εκκλησία του Χριστού» αυτή μάλλον δεν πολυλογαριάζει την συντριβή των γιαγιάδων μας κι αναπαύεται στην βολική αυταπάτη της «επικρατούσης θρησκείας». Μια θρησκείας που σκιάζεται το μικρό ποίμνιο γραιών και χάνεται μες στην πολύ συνάφεια της εκάστοτε πολιτείας. Κοντολογίς αφήνει τα μαρμαρένια αλώνια και διασύρεται στα σαλόνια. Όμως μια εκκλησία που δεν μαρτυρά, μάλλον, εκκλησία δεν είναι.
Η πόρνη κι ο ληστής συγχωρέθηκαν. Οι υποκριτές πολύ φοβάμαι όχι. Κι απ’ αυτούς τους άσωτους, δεν εξαιρώ ούτε την μεγαλόστομη αφεντιά μου –εκτός κι αν αξιωθούμε μιαν Ανάσταση χωρίς εκπτώσεις και κυρίως χωρίς εισαγωγικά. Μιαν Ανάσταση δηλαδή χωρίς αδικημένους και βασανισμένους.
Ω γλυκύ μου έαρ
γλυκύτατόν μου τέκνον
πού έδυ σου το κάλλος;
από το περιοδικό manifesto
Ιδού ο Νυμφίος...

Δεν είναι σαν του θρησκευτικούς και πολιτικούς πρίγκιπες του καλού υπόκοσμου της καθωσπρέπει κοινωνίας μας…
Σαν τους «κεκονιαμένους τάφους», δηλαδή, που απέξω φαίνονται αστραφτεροί και από μέσα είναι γεμάτοι από βρωμιά και δυσωδία, από αρπαγή και αδικία…
Και που τους ραίνουμε με ροδοπέταλα και τους χειροκροτούμε και τους ζητωκραυγάζουμε. Και τους προσφέρουμε τις άπειρες ευκαιρίες, για να εκμεταλλεύονται άπειρες φορές την αφέλεια και την ευπιστία μας.
Δεν έχει στο κεφάλι του βασιλικό ή αυτοκρατορικό στέμμα ούτε παπική τιάρα ή αστραφτερή δεσποτική μίτρα. Αλλά το στεφάνι με τ’ αγκάθια του πόνου και του χλευασμού.
Δεν φοράει, σαν τους δεσποτάδες, χρυσοστόλιστα, πολυτελή και πολύτιμα, άμφια. Ή αδαμαντοποίκιλτα εγκόλπια. Παρά μόνο τη χλαίνα του εμπαιγμού…
Δεν κρατεί... βασιλικό σκήπτρο ή την ποιμαντορική ράβδο της αντιχριστιανικής δεσποτικής εξουσίας. Αλλά το καλάμι του έσχατου εξευτελισμού.
Δεν μοιάζει, δηλαδή μ’ όλους αυτούς, που όχι μόνο με την αμφίεσή τους, αλλά και μ’ όλο το βίο και την πολιτεία τους διακηρύττουν, εκ των πραγμάτων, πως δεν θέλουν, σε καμιά περίπτωση, να του μοιάζουν…
Είναι, αντίθετα, ολόιδιος με τους «ελάχιστους αδελφούς» του, τους ταπεινωμένους και καταφρονεμένους της Γης. Τους φτωχούς, τους ρακένδυτους, τους πεινασμένους, τους φυλακισμένους, τους σκλαβωμένους. Που οι διαχρονικοί δήμιοι των λαών και των αθώων αδιάλειπτα τους σταυρώνουν…
Είναι σαν τους Ιρακινούς και τους Αφγανούς και τους Παλαιστίνιους. Που σταυρώνονται, χρόνια τώρα, με πρόσχημα την τρομοκρατία, απ’ τους αρχιτρομοκράτες, γραμματείς και φαρισαίους του ΝΑΤΟ. Καθώς ο Πιλάτος ΟΗΕ «νίπτει τας χείρας του», υποκριτικά και ξεδιάντροπα.
Κι εμείς, που στις εκκλησιές μας διεκτραγωδούμε τα πάθη τού Χριστού απ’ τους συγχρόνους του γραμματείς και φαρισαίους, και με ύμνους και κηρύγματα κατακεραυνώνουμε την προδοσία του Ιούδα μπορεί να είμαστε και τρισχειρότεροι προδότες και αρνητές.
Που, ενώ επιβεβαιώνουμε την αθωότητα του Χριστού, διακηρύττουμε τη δική μας συνενοχή, για τη σταύρωσή των «ελάχιστων αδελφών» του.
Αφού σαν τους όχλους, φωνάζουμε, το «άρον-άρον σταύρωσον αυτούς»!…
Μια και επιμένουμε να χειροκροτούμε και να ζητωκραυγάζουμε τους Σταυρωτές τους…
Παπα-Ηλίας



